Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017 | 17:35

Τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης «καταλαμβάνουν» τις πόλεις

Εμπόδιο η διαχείριση και αποθήκευση του μεγάλου όγκου δεδομένων

Τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης στο αστικό τοπίο των πόλεων είναι το ταχύτερα αναπτυσσόμενο τμήμα όσον αφορά στον παγκόσμιο κλάδο του βίντεο. Η επέκταση από τις μεγάλες μητροπόλεις προς τις μικρότερες κωμοπόλεις είναι ραγδαία και συνεχής, ειδικά σε μεγάλα κράτη του κόσμου όπως είναι οι ΗΠΑ, αλλά και η Βρετανία που φημίζονται για τις μεγάλες αγορές συστημάτων βιντεοεπιτήρησης...
Γράφτηκε από: Δημήτρης Σταμούλης

Τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης στο αστικό τοπίο των πόλεων είναι το ταχύτερα αναπτυσσόμενο τμήμα όσον αφορά στον παγκόσμιο κλάδο του βίντεο. Η επέκταση από τις μεγάλες μητροπόλεις προς τις μικρότερες κωμοπόλεις είναι ραγδαία και συνεχής, ειδικά σε μεγάλα κράτη του κόσμου όπως είναι οι ΗΠΑ, αλλά και η Βρετανία που φημίζονται για τις μεγάλες αγορές συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Από αυτή την άποψη είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που κάποτε είχε πει ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μάικλ Μπλούμπεργκ, ότι οι Αμερικανοί θα πρέπει να συνηθίσουν σε «περισσότερη προβολή και λιγότερη ιδιωτικότητα». Η δήλωσή του δεν ήταν τυχαία αλλά στηρίχτηκε στην εκτίμησή του ότι «θα υπάρχουν κάμερες σε κάθε χώρο» τα επόμενα πέντε χρόνια σε αστικούς χώρους. Όπως όλα δείχνουν… δικαιώθηκε.

Ωστόσο, στην όλη συζήτηση προκύπτουν ορισμένα σοβαρά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Πώς μπορεί μια κοινότητα να πειστεί, ώστε να αποδεχτεί την δημόσια επιτήρηση μέσω καμερών; Τι συμβαίνει με τις βάσιμες ανησυχίες ή και ενστάσεις για τα ζητήματα που αφορούν την προστασία της ιδιωτικής ζωής των κατοίκων των οποίων οι δημόσιες κινήσεις καταγράφονται σε βίντεο; Μπορεί να υπάρξει μια ομαλή σχέση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στον τομέα της ασφάλειας καμερών; Τι προβλέπεται με τη χρηματοδότηση τέτοιων επενδύσεων;

Μητροπόλεις της επιτήρησης

Με όλη την προσοχή να δίνεται στον πολλαπλασιασμό των εξελιγμένων συστημάτων δημόσιας βιντεοεπιτήρησης σε όλο τον κόσμο, θα ήταν εύκολο να υποθέσουμε ότι σχεδόν κάθε μεγάλη πόλη έχει θέσει σε εφαρμογή ένα τεράστιο δίκτυο διασυνδεδεμένων καμερών, έχοντας ως στόχο την καταπολέμηση του εγκλήματος. Μερικά από τα στοιχεία ανάπτυξης είναι εντυπωσιακά, αν σκεφτεί κανείς ότι το Πεκίνο έχει περισσότερο από μισό εκατομμύριο κάμερες παρακολούθησης και το Λονδίνο έχει σχεδόν την ίδια κάλυψη σε κάμερες που πλησιάζει στο 45% των δημόσιων χώρων της πόλης.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, και πιο συγκεκριμένα στο Σικάγο, έχει αναπτυχθεί μια συγκεκριμένη λειτουργία που ονομάζεται Operation Virtual Shield (OVS), και το οποίο είναι ένα Πλέγμα Εσωτερικής Ασφάλειας αποτελούμενο από περισσότερα από 600 μίλια οπτικών ινών που εκτείνονται σε όλη την πόλη. Το Σικάγο είναι μια από τις πιο σκληρά επιτηρούμενες πόλεις στον κόσμο, αφού επί 24ώρου βάσης λειτουργούν κάμερες, αυτόματοι αναγνώστες πινακίδων αυτοκινήτων, κεραίες παρακολούθησης τηλεφωνικών συνομιλιών, και πολλές άλλες συσκευές παρακολούθησης που χρησιμοποιούνται σήμερα στην πόλη από το Αστυνομικό Τμήμα του Σικάγου και άλλους οργανισμούς που συνεργάζονται μαζί του.

Επίσης το Χιούστον και η Νέα Υόρκη έχουν επίσης αναπτύξει ένα σημαντικό δίκτυο παρακολούθησης που βασίζεται στις εξελιγμένες τεχνολογίες.

Μπορεί ο παγκόσμιος αστικός χάρτης να χαρακτηρίζεται από ραγδαία επέκταση των συστημάτων βιντεοεπιτήρησης που εγκαθίστανται σε δημόσιους αστικούς χώρους, τόσο από δημόσιους όσο και από ιδιωτικούς φορείς, ωστόσο δεν βρίσκονται όλες οι μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου στο επιθυμητό σημείο όσον αφορά αυτό τον τομέα ασφάλειας.

Συνεργασία δημόσιων και ιδιωτικών φορέων

Αλλά το γεγονός ότι σε πολλές πόλεις τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης δεν είναι στο σύνολό τους δημόσια, δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί και ένα κεντρικό σχέδιο διαχείρισης των πληροφοριών που προσφέρει ένα ευρύ δίκτυο καμερών, δημόσιων και ιδιωτικών. Ο επικεφαλής της αστυνομίας στο Άρλινγκτον της Βιτρζίνια, Murray Farr, μιλώντας στο securityinfowatch.com, τόνισε με έμφαση πως «η περιορισμένη τεχνολογία δεν σημαίνει περιορισμένες δυνατότητες».

Μεταξύ άλλων σημειώνει, αναφερόμενος στην περιοχή εποπτείας του: «Η χρήση της βιντεοεπιτήρησης είναι αυστηρά περιορισμένη στην κομητεία του Άρλινγκτον. Ενώ οι αρχές της κομητείας χρησιμοποιούν ένα σχετικά ευρύ σύστημα καμερών επιτήρησης για την διαχείριση της κυκλοφορίας στους δρόμους της, αυτές οι κάμερες έχουν σχεδιαστεί για να καταγράφουν την ροή της κίνησης. Ένα πολύ μικρό μέρος του οπτικού υλικού καταγράφεται και ένα επίσης πολύ μικρό μέρος του καταγεγραμμένου υλικού σε βίντεο διατηρείται για πάνω από ένα 24ωρο. Η κομητεία ουσιαστικά δε διαθέτει δίκτυο βιντεοεπιτήρησης για τα σχολεία ή άλλες δραστηριότητές της».

Σε περιπτώσεις που υπάρχει προς διερεύνηση ένα εγκληματικό γεγονός, η αστυνομία συνεργάζεται πολύ στενά με τους ιδιωτικούς συνεργάτες της προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε οπτικό υλικό που μπορεί να έχει καταγράψει κάτι σχετικό με την υπό εξέταση υπόθεση. Η αστυνομία συνεργάζεται επίσης πολύ στενά με τις αρμόδιες αρχές της Βιρτζίνια για σχετικές πληροφορίες που αφορούν στη γραμμή του μετρό αλλά και με το κεντρικό δίκτυο αυτοκινητοδρόμων.

Τέτοιες συνεργασίες μεταξύ διαφορετικών φορέων και αρχών προσφέρουν σημαντικά αποτελέσματα. Ίσως το πιο δραματικό παράδειγμα τέτοιου είδους συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα έλαβε χώρα κατά τις βομβιστικές επιθέσεις στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, το 2013. Η χρήση του οπτικού υλικού των καμερών από τις δικαστικές αρχές, με τη συνεργασία του ιδιωτικού τομέα, όχι μόνο απέφερε την οπτική καταγραφή των βομβιστικών ενεργειών, αλλά αποτέλεσε και στοιχείο-κλειδί για την αναγνώριση των ίδιων των δραστών-βομβιστών. Εκτιμάται ότι το κέντρο της Βοστόνης διαθέτει περίπου 150 κάμερες ασφαλείας και περισσότερες από 400 σε σταθμούς λεωφορείων και γραμμών του μετρό.

Η ταχύτητα με την οποία το δίκτυο καμερών ασφαλείας της Βοστώνης βοήθησε στη σύλληψη των υπόπτων των βομβιστικών επιθέσεων κατά τον διάσημο μαραθώνιο της αμερικανικής πόλης σε πολλούς έφερε στη μνήμη τις έρευνες στο πλαίσιο των βομβιστικών επιθέσεων που συγκλόνισαν το Λονδίνο, οκτώ χρόνια νωρίτερα, το 2005, όπου τα δεδομένα των βίντεο αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της έρευνας.

Το πρόβλημα της διαχείρισης δεδομένων

Δεδομένου ότι οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου έρχονται αντιμέτωπες με το πρόβλημα της διαχείρισης μιας ασύλληπτης ποσότητας πληροφοριών και δεδομένων που αυξάνονται κάθε μέρα μέσω του διαρκούς εμπλουτισμού της ροής βίντεο, της παρακολούθησης των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, και των συστημάτων ανάλυσης βίντεο (video analytics), το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς οι υπεύθυνες αρχές μπορούν να ανταποκριθούν στην πρόκληση αυτού του πραγματικού… τσουναμιού δεδομένων. Στα παραπάνω να προσθέσουμε ότι σε αρκετές πόλεις των ΗΠΑ υπάρχουν νέες πηγές οπτικού υλικού που επίσης χρήζει διαχείρισης και αποθήκευσης. Πρόκειται για το υλικό που προέρχεται από τις ενσωματωμένες κάμερες ασφαλείας που φέρουν τα περιπολικά αλλά και τις γνωστές body-worn κάμερες –δηλαδή ενεργές κάμερες που φέρει πάνω στη στολή του ο κάθε αστυνομικός και καταγράφουν τη δράση του σε καθημερινή βάση.

Ασφαλώς το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η μακρόχρονη αποθήκευση και αρχειακή ταξινόμηση του ψηφιακού υλικού, και η διαχείριση τόσο των οπτικών όσο και των ακουστικών δεδομένων. Σε πολλά αστυνομικά τμήματα των ΗΠΑ, όπως στο Άρλινγτον, η απαίτηση διατήρησης του υλικού των καμερών ανέρχεται στις 90 ημέρες, και μετά αυτό καταστρέφεται, εκτός από πληροφορίες που μπορεί να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό υλικό.

Σοβαρή λύση στο πρόβλημα της αξιοποίησης και διατήρησης αυτού του τεράστιου όγκου δεδομένων υπόσχονται να δώσουν συστήματα όπως τα RMS, δηλαδή συστήματα διαχείρισης καταγεγραμμένου υλικού, αν και το επόμενο πρόβλημα είναι η ανεύρεση των απαιτούμενων χρηματικών πόρων για να αποκτηθούν τέτοια συστήματα. Κι αυτό γιατί το κόστος τους ανέρχεται σε 3 ή και 4 εκατομμύρια δολάρια.

digitaltvinfo.gr - Τα πάντα για τη δορυφορική, ψηφιακή και HD TV
  • Libra Press © Copyright 2014
  • All Rights Reserved